Google+ To Φανάρι : “Ανάλυση: Τράπεζες και Κρίση

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

“Ανάλυση: Τράπεζες και Κρίση

Πώς δημιουργείται και πώς σκάει μια χρηματοπιστωτική φούσκα…

Ζούμε μια εξαιρετική περίοδο, από αυτές που έρχονται μια φορά στη ζωή ενός κοινού ανθρώπου. Στο πλαίσιο της εξελισσόμενης παγκόσμιας κρίσης, πολλά λέγονται και γράφονται, και το κοινό μην διαθέτοντας τις ειδικές γνώσεις για να κατανοήσει τα γεγονότα, πέφτει στην παγίδα των εύκολων ερμηνειών. Με αφορμή και τα τελευταία γεγονότα στην Κύπρο θα επιχειρήσω μια ανάλυση της τραπεζικής κρίσης, στην οποία όμως δεν θα διατυπώσω έτοιμα συμπεράσματα, αλλά θα προσπαθήσω να βοηθήσω τον αναγνώστη να καταλάβει μόνος του τί συμβαίνει. Και τότε τα συμπεράσματα θα προκύψουν αβίαστα από μόνα τους…


Ο «πλούτος» που δημιουργεί η πίστωση


Μιλώντας κάπως απλουστευτικά, η παγκόσμια κρίση την οποία ζούμε έχει ως βασική της αιτία τον υπερβολικό δανεισμό (κρατών, επιχειρήσεων και ιδιωτών). Ένα μεγάλο μέρος της ευμάρειας στον Δυτικό κόσμο βασίστηκε ακριβώς σε αυτό το φαινόμενο, δηλαδή στo εγγενές χαρακτηριστικό του τραπεζικού συστήματος να λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής χρήματος. Τί σημαίνει όμως αυτό;


Ας υποθέσουμε ότι μια τράπεζα ξεκινά με μια κατάθεση 1000 ευρώ. Βάσει του πλαισίου λειτουργίας της, πρέπει να κρατήσει στην άκρη ένα ποσοστό, ας πούμε 10%, το οποίο κατά ένα μεγάλο μέρος καταθέτει στην Κεντρική Τράπεζα (ως απόθεμα ασφαλείας). Τα υπόλοιπα 900 ευρώ είναι ελεύθερη να τα δανείσει. Έστω λοιπόν ότι ένας πελάτης της δανείζεται τα 900 ευρώ (για να αγοράσει από μια τσάντα έως ένα σπίτι). Με κάποιο τρόπο τα χρήματα αυτά επιστρέφουν πάλι στο τραπεζικό σύστημα, αφού τα 900 ευρώ που θα ξοδέψει ο πελάτης, θα πιστωθούν στον λογαριασμό του πωλητή (που μπορεί να είναι ένα κατάστημα ή ένας κατασκευαστής σπιτιών). Υποθέτουμε ότι τα λεφτά γυρίζουν στην ίδια τράπεζα. Έτσι στο τέλος της ημέρας η τράπεζα έχει καταθέσεις πελατών 1900 ευρώ και δάνεια 900 ευρώ. Δηλαδή για μια μελλοντική απαίτηση (δάνειο) ενέγραψε μια υποχρέωση (κατάθεση). Από τα 900 ευρώ της νέας κατάθεσης η τράπεζα πρέπει να κρατήσει στην άκρη 90 € (το 10%) και μπορεί να δανείσει τα υπόλοιπα 820 ευρώ, κ.ο.κ. Αν αφήσουμε αυτή τη διαδικασία παραγωγής δανείων και καταθέσεων να φτάσει έως το θεωρητικό της τέλος, θα καταλήξουμε με καταθέσεις 10.000 ευρώ και δάνεια 9.000 ευρώ. Δηλαδή η αρχική κατάθεση θα έχει 10πλασιαστεί και θα έχει δημιουργηθεί μια πυραμίδα υποχρεώσεων και απαιτήσεων. Στο «ταμείο» της τράπεζας υπάρχουν άμεσα διαθέσιμα μόνο τα 1000 ευρώ, αλλά αυτό υπό κανονικές συνθήκες δεν αποτελεί πρόβλημα, αφού ποτέ όλοι οι πελάτες δεν πάνε να πάρουν τα χρήματά τους. Από την άλλη μεριά, χρήμα έχει «κυκλοφορήσει» στην αγορά, αγαθά έχουν αγοραστεί (υπό την υπόσχεση της μελλοντικής αποπληρωμής τους) και κάποιοι έχουν αυξήσει το ποσό που έχουν στον τραπεζικό τους λογαριασμό. Το δε κράτος έχει εισπράξει φόρους έμμεσους και άμεσους, ενώ το ΑΕΠ έχει αυξηθεί…


Περιγράψαμε με ένα απλό παράδειγμα τον κύκλο χρήματος και πώς το τραπεζικό σύστημα «παράγει» χρήμα. Η παραπάνω κατάσταση περικλείει προφανώς δύο κινδύνους:


1. Κίνδυνος ρευστότητας: 


Κάποια μέρα είναι πιθανόν να γίνουν αναλήψεις πελατών οι οποίες θα υπερβαίνουν τα διαθέσιμα 1000 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή υπάρχουν δύο επιλογές:  (α) Η τράπεζα να δανειστεί τα χρήματα που της λείπουν από κάποια άλλη τράπεζα, η οποία είναι πλεονασματική, μέσω της λεγόμενης διατραπεζικής αγοράς χρήματος.  (β) Η τράπεζα να δανειστεί χρήματα από την ίδια την Κεντρική Τράπεζα (η οποία αν η χώρα διατηρεί το εθνικό της νόμισμα μπορεί ακόμη και να τυπώσει όσα θέλει). Αυτή είναι άλλωστε και μια βασική αποστολή της Κεντρικής Τράπεζας, να είναι όπως λέμε ο Έσχατος Δανειστής (lender of last resort). (σ.σ. Η άλλη σημαντική λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας είναι να εποπτεύει και να ρυθμίζει τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος).



2. Πιστωτικός κίνδυνος:


Με το παραπάνω παράδειγμα δείξαμε ότι η λειτουργία μιας τράπεζας δημιουργεί μια αλυσίδα υποχρεώσεων (καταθέσεις πελατών) και απαιτήσεων (δάνεια πελατών). Τί συμβαίνει όμως όταν κάποιοι κρίκοι σπάσουν; Δηλαδή όταν κάποια δάνεια δεν πληρώνονται; Προφανώς η τράπεζα δεν μπορεί να διαγράψει το ισόποσο από την πλευρά των καταθέσεων, διότι η εγγύηση που προσφέρει μια τράπεζα στα λεφτά των καταθετών είναι «ιερή»: αν οι καταθέτες πάψουν να εμπιστεύονται τα χρήματά τους στις τράπεζες, τότε δεν υπάρχει τραπεζική πίστη και ο κόσμος παύει να λειτουργεί όπως τον ξέρουμε. Πρέπει λοιπόν τις ζημιές να τις αναλάβει η τράπεζα, η οποία άλλωστε έδωσε τα δάνεια και βέβαια έχει και τα κέρδη. Αν τα δάνεια έχουν εξασφαλίσεις, π.χ. υποθήκη του ακινήτου που αγοράστηκε με το δάνειο, η τράπεζα μπορεί να ρευστοποιήσει τις εξασφαλίσεις (π.χ. να πλειστηριάσει το ακίνητο) και να καλύψει τη ζημιά.


Για ακόμη χειρότερες καταστάσεις η τράπεζα έχει ένα μαξιλάρι, που είναι τα ίδια κεφάλαιά της.


Για το (πολύ) απλό μας παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι τα ίδια κεφάλαια της τράπεζας είναι 1400 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι από τα 9.000 ευρώ που έχουν δοθεί σε δάνεια, η τράπεζα μπορεί μέχρι ενός ύψους να καλύψει τις πιθανές ζημιές που θα προκύψουν. Σε μια κανονική περίοδο αυτό δεν είναι πρόβλημα: Οι δουλειές πάνε καλά, οι άνθρωποι έχουν εισοδήματα και είναι σε θέση να πληρώνουν τα δάνεια τους. Εξάλλου οι τράπεζες έχουν σημαντικά κέρδη και μπορούν με ένα μέρος από αυτά να καλύπτουν τις τυχόν ζημιές. (Δηλαδή δεν χρειάζεται καν να αγγίξουν τα κεφάλαιά τους). Τί γίνεται όμως σε μια μη κανονική περίοδο;



Η μηχανή της Κρίσης


Ελπίζουμε ότι ο αναγνώστης έδειξε την απαραίτητη υπομονή και συνεχίζει να διαβάζει αυτό το άρθρο, διότι τώρα αρχίζουν τα σημαντικά. Βασικό στοιχείο της παραπάνω λειτουργίας που περιγράψαμε είναι η εγγενής «μόχλευση» στη λειτουργία των τραπεζών, δηλαδή το γεγονός ότι λειτουργούν με σχετικά λίγα ίδια κεφάλαια και κυρίως διαχειρίζονται (δανείζουν) τα λεφτά των καταθετών. Αυτό γενικά δεν είναι κακό. Αυτή είναι η βασική αποστολή του τραπεζικού συστήματος: να αξιοποιούνται παραγωγικά τα χρήματα που υπό άλλες συνθήκες θα «λιμνάζαν» σε σεντούκια. Η λειτουργία αυτή όπως είδαμε περικλείει σοβαρούς κινδύνους. Η άλλη όψη της όμως είναι ότι δημιουργεί για τις τράπεζες υψηλά κέρδη.Σκεφτείτε το παράδειγμά μας: Η τράπεζα αγοράζει χρήμα από τους καταθέτες, ας πούμε με επιτόκιο 1% και το δανείζει στους δανειολήπτες, ας πούμε με ένα καθαρό 5% (βγάζουμε κόστη λειτουργίας και τυχόν ζημιές). Επομένως: σε ξένα λεφτά «βγάζει» ένα καθαρό 4%. Στην περίπτωσή μας, αν κάνουμε τις πράξεις, αυτό σημαίνει κέρδη 350 ευρώ τον χρόνο, που στα 1400 ευρώ ίδια κεφάλαια, σημαίνει μια ετήσια απόδοση στα δικά της λεφτά ίση με 25%. Προσέξτε: όσο πιο μικρά είναι τα ίδια κεφάλαια, τόσο πιο μεγάλη η απόδοση, αλλά σε ένα κακό γύρισμα της αγοράς τα κεφάλαια δεν θα φτάσουν να καλύψουν τη ζημιά…


Έχουμε λοιπόν μπροστά μας τη μηχανή που παράγει την κρίση: Στην «κανονική» περίοδο οι τράπεζες αναλαμβάνουν κινδύνους (των οποίων η σοβαρότητα δεν φαίνεται) και εξ αίτιας αυτών των κινδύνων παράγουν σημαντικά κέρδη. Στη βάση αυτού του σχήματος είναι η υψηλή «μόχλευση», δηλαδή η λειτουργία του τραπεζικού συστήματος με σχετικά λίγα ίδια κεφάλαια. Αυτό, όσο τα πράγματα πάνε καλά δεν φαίνεται να είναι πρόβλημα… Το πρόβλημα όμως χτίζεται σιγά-σιγά. Μέχρι να εκδηλωθεί, οι τράπεζες παράγουν υψηλά κέρδη, μοιράζουν μερίσματα και bonus (πράγμα που τις κάνει να συνεχίζουν ακόμη πιο εντατικά), το «χρήμα» κινείται στην αγορά, οι άνθρωποι έχουν δουλειές και καταναλώνουν, το κράτος εισπράττει φόρους κ.ο.κ.


Αν η κατάσταση που περιγράφουμε συνεχιστεί χωρίς κάποιος να πατήσει φρένο, σταδιακά δημιουργείται μια πιστωτική φούσκα η οποία αναπόφευκτα κάποτε θα «σκάσει»… Η ζημιές τότε είναι πολύ μεγάλες για να καλυφθούν από τα ίδια κεφάλαια των τραπεζών. Και το χειρότερο, τότε αρχίζει μια αλυσιδωτή διαδικασία: καθώς κάποιοι χρεοκοπούν στην αγορά, παρασύρουν μαζί τους και άλλους, αυτοί ακόμη περισσότερους κ.ο.κ. Σε τέτοιες συνθήκες οι τράπεζες χρεοκοπούν πολύ εύκολα, αφού η ασφάλεια που τους δίνουν τα (μικρά τους) κεφάλαια φτάνει για μια εποχική καταιγίδα, όχι όμως για την μπόρα του αιώνα…Τί σημαίνει όμως χρεοκοπία τραπεζών; Σημαίνει ότι τα κεφάλαια τους μηδενίζονται ή ακόμη γίνονται και αρνητικά. Δηλαδή αν οι ζημιές είναι πολύ μεγάλες μπορεί να «χτυπούν» και τις καταθέσεις. Η ασπίδα που θα τις προστάτευε έχει καταστραφεί και στην πράξη το τραπεζικό σύστημα έχει πάθει συγκοπή. 


Στην περίπτωση αυτή το τραπεζικό σύστημα χρειάζεται αναπλήρωση των χαμένων κεφαλαίων (ανακεφαλαιοποίηση). Και την χρειάζεται για δύο λόγους: πρώτον για να αποκατασταθούν οι καταθέσεις που (ενδεχομένως) έχουν πληγεί και δεύτερον για να μπορεί πάλι να λειτουργεί. Και εδώ αρχίζει η (πολιτική) διαχείριση του τραπεζικού σκέλους της κρίσης και ο επιμερισμός των βαρών…».



Ποιοί πληρώνουν την ανακεφαλαιοποίηση;


Για να ανακεφαλαιοποιηθούν οι τράπεζες υπάρχουν οι εξής λύσεις:


I. Άντληση κεφαλαίων από την αγορά με ιδιωτική τοποθέτηση: Οι παλιοί και πιθανώς και νέοι μέτοχοι μπορούν να βάλουν νέα χρήματα, δηλαδή να κάνουν αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Αν αυτό δεν συμβεί, τότε πάμε στην επόμενη λύση.


II. Την ανακεφαλαιοποίση την καλύπτει το κράτος: Σε αυτή την περίπτωση τα χρήματα μπορούν να προέλθουν με δύο τρόπους: 


(α) Το κράτος αντλεί χρήματα από την Κεντρική Τράπεζα η οποία μπορεί να τυπώσει όσο χρήμα χρειαστεί (εφ’ όσον έχει εθνικό νόμισμα). Οι παράπλευρες συνέπειες είναι πληθωρισμός και σημαντική υποτίμηση του εθνικού νομίσματος. Αυτή τη λύση ακολουθούν οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο.


(β) Το κράτος δεν μπορεί να τυπώσει χρήμα, οπότε δανείζεται (υπό δυσβάσταχτους όρους) για να ανακεφαλαιοποίησει τις τράπεζες. Τότε υποχρεώνεται να μπει μέσω της δημοσιονομικής λιτότητας σε μια βαθιά και αυτοτροφοδοτούμενη ύφεση. (Αυτή είναι η συνήθης περίπτωση στην Ευρώπη, π.χ. Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία). Το αντίστοιχο ποσό επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό και βέβαια η κατάσταση γίνεται πραγματικά τραγική όταν το κράτος είναι ήδη υπερχρεωμένο, ελλειμματικό και έχει από πίσω του μια μη παραγωγική οικονομία. Αυτή δυστυχώς είναι η περίπτωση της Ελλάδας.  ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ: Να σημειωθεί εδώ ότι με αυτή την ανάλυση δεν προσπαθούμε να εξηγήσουμε την ελληνική κρίση, η οποία έχει ως κύρια πηγή της το κράτος, αλλά το τραπεζικό σκέλος της διεθνούς κρίσης, το οποίο στις περισσότερες χώρες είναι και το σημαντικότερο.


III. Κλασική χρεοκοπία: στην περίπτωση αυτή, οι πρώτοι που χάνουν τα κεφάλαιά τους είναι οι μέτοχοι, οι δεύτεροι είναι όσοι έχουν αγοράσει (εταιρικά) ομόλογα της τράπεζας και οι τρίτοι είναι οι καταθέτες των οποίων οι καταθέσεις θα «κουρευτούν» κατά το ποσό που λείπει… Εννοείται ότι σε αυτή την περίπτωση δεν μένει όρθια καμία τράπεζα, αφού όλοι θα σπεύσουν να πάρουν τα λεφτά τους και από αυτές που τυχόν δεν θα έχουν χρεοκοπήσει. Αυτό το στοιχείο είναι που κάνει τα κράτη να μην αφήνουν τις τράπεζες να χρεοκοπήσουν.


Συμπεράσματα:


Ο καλός αναγνώστης που είχε την υπομονή να φτάσει έως εδώ, έχει τώρα στη διάθεσή του όλα τα στοιχεία για να βγάλει μια σειρά από πολύτιμα συμπεράσματα:


1. Οι εποπτικοί μηχανισμοί (κυρίως οι κεντρικές τράπεζες) έχουν σοβαρές ευθύνες για τη διεθνή κρίση. 


Όπως είδαμε η αιτία της κρίσης είναι η χρηματοπιστωτική φούσκα η οποία παράγεται από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί (από τη φύση του) το τραπεζικό σύστημα. Το «μυστικό» βρίσκεται στην υψηλή μόχλευση των τραπεζών (λειτουργία με σχετικά μικρά ίδια κεφάλαια). Και εδώ βρίσκονται οι ευθύνες των εποπτικών αρχών που δεν ρύθμισαν αυτό το θέμα. Το διεθνές πλαίσιο τραπεζικής εποπτείας, και κυρίως οι Κεντρικές Τράπεζες όφειλαν να είχαν λάβει μέτρα προτού υπερθερμανθεί η οικονομία ώστε να κλείσουν εγκαίρως οι «κάνουλες» τις τραπεζικής ρευστότητας.



Αυτό γίνεται με τρεις τρόπους: 


(α) έγκαιρη αύξηση επιτοκίων (πριν ξεσπάσει η κρίση) ώστε να περιοριστεί η ζήτηση χρήματος,


(β) να υποχρεωθούν οι τράπεζες να κρατούν στην άκρη περισσότερη ρευστότητα (μείωση της προσφοράς χρήματος),


(γ) να υποχρεωθούν οι τράπεζες να αυξήσουν το ποσοστό των ιδίων κεφαλαίων που διακρατούν ως μαξιλάρι για ζημιές.


Όλες αυτές οι λύσεις θα έσφιγγαν τη στρόφιγγα του δανεισμού, αλλά παράλληλα θα μείωναν και τα κέρδη των τραπεζών. Επίσης θα μείωναν τους ρυθμούς «ανάπτυξης», αφού «θα πατούσαν φρένο» στις πωλήσεις των εταιρειών και στα κέρδη τους… Δυστυχώς οι Κεντρικοί Τραπεζίτες, αλλά και πολλοί άλλοι (για λόγους που είναι προφανείς) δεν έκαναν αυτά που έπρεπε και έτσι φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση. Το γεγονός αυτό δείχνει τα κενά και τις ευθύνες που υπάρχουν στο διεθνές σύστημα τραπεζικής εποπτείας, το οποίο υπερεκτίμησε την ικανότητα των τραπεζών να διαχειριστούν σε ατομική βάση τους κινδύνους τους (όπως ανάφερε σχετικά και ο πρώην Κυβερνήτης της FED, A. Greenspan).


2. Η Κρίση στην Ευρώπη: 


Η τραπεζική κρίση στην Ευρώπη έχει ένα πολύ ιδιαίτερο και πρωτόγνωρο χαρακτηριστικό: Σε περιβάλλον ενιαίου νομίσματος, το τραπεζικό σύστημα αφέθηκε να «δημιουργήσει χρήμα», δηλαδή να δημιουργήσει μια πιστωτική φούσκα. Αυτή η φούσκα ωφέλησε τις χώρες παραγωγούς, ενώ οδήγησε τις χώρες καταναλωτές σε υπερχρέωση. Όταν μοιραία έσκασε (κάτι που όσοι γνώριζαν το περίμεναν), οι περισσότερες τράπεζες της Ευρώπης οδηγήθηκαν λίγο ή πολύ σε κατάσταση χρεοκοπίας. (Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτό δεν συνέβη με το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, το οποίο οδηγήθηκε στη χρεοκοπία κυρίως από το ελληνικό κράτος, μέσω του κουρέματος των ελληνικών ομολόγων και μέσω της βαθιάς ύφεσης που προκάλεσε η λιτότητα των τελευταίων ετών).


Με τις τράπεζες στην Ευρώπη να χρεοκοπούν, βγήκε στην επιφάνεια μια τραγική (αλλά όχι και τόσο τυχαία) ατέλεια του ευρώ: ότι τα κράτη-μέλη δεν είχαν στη διάθεσή τους μια Κεντρική Τράπεζα που θα μπορούσε να τυπώσει χρήμα για να «σώσει» τις τράπεζες. Η ΕΚΤ όντας υπό τον έλεγχο των ισχυρών χωρών της Ευρώπης περιορίστηκε στο μισό της ρόλο, δηλαδή στην παροχή ρευστότητας. Δεν αφέθηκε να τυπώσει χρήμα για να ανακεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες… Μοιραία λοιπόν αυτό θα έπρεπε να το αναλάβουν τα κράτη, τα οποία θα έπρεπε να δανειστούν για να κρατήσουν νεκροζώντανο το τραπεζικό τους σύστημα. Αυτό όπως ξέρουμε τώρα, σημαίνει τρόικα, μνημόνια, λιτότητα, ύφεση, μείωση των κρατικών εσόδων, ακόμη μεγαλύτερη λιτότητα, κ.ο.κ. Στην πράξη σημαίνει κάτι ακόμη χειρότερο: βίαιο γκρέμισμα της τραπεζικής πυραμίδας υποχρεώσεων και απαιτήσεων, γεγονός το οποίο οδηγεί σε μια πολύ βαθιά ύφεση τύπου κραχ του 1929…


Αυτή είναι η συνταγή που επιλέχθηκε από τους Βορειοευρωπαίους, οι οποίοι μέσω της άρνησης να τυπώσουν χρήμα, ουσιαστικά αρνήθηκαν να μοιραστούν κάποια από τα κέρδη τους. Μάλιστα όχι μόνο δεν θυσίασαν τα κέρδη τους, αλλά έβγαλαν και καινούργια: η μεγάλη μείωση των επιτοκίων δανεισμού τους, τους γλίτωσε από πολλά δισεκατομμύρια τόκων που θα επιβάρυναν τον κρατικό τους προϋπολογισμό. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις τους έχοντας άφθονο και φθηνό χρήμα στη διάθεσή τους, απέκτησαν πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών τους. Όμως και νομισματικά δεν επλήγησαν: ενώ λόγω της μη εκτύπωσης το ευρώ θα έπρεπε να ανατιμηθεί δραματικά έναντι του δολαρίου (που τυπώνεται αφειδώς…), το ευρώ παρέμεινε τεχνητά «φθηνό», χάρη στη συντήρηση μιας έρπουσας και ελεγχόμενης κρίσης. Τα κέρδη όμως δεν σταματούν εδώ. Με όπλο τη νομισματική ασφυξία, οι ισχυροί της Ευρώπη απέκτησαν και πολιτικό έλεγχο επί των «μνημονιακών» χωρών, τις οποίες έθεσαν σε μια διαδικασία οικονομικής δίαιτας που οδηγεί στην απώλεια της εθνικής τους κυριαρχίας. Έτσι η οικονομική κρίση που αφέθηκε να «σκάσει», μετατράπηκε σε βίαιο εγχείρημα «ενοποίησης» της Ευρώπης στη βάση των συμφερόντων και του οικονομικού εθνικισμού των ισχυρών… 


Συμπεράσματα-Πρόταση


Παρ’ ότι σε αυτή την κρίση έχουν χρησιμοποιηθεί πολλά ηθικολογικά επιχειρήματα για να κρύψουν τις πραγματικές προθέσεις των κύριων «παικτών», η αλήθεια είναι ότι ευθύνες υπάρχουν από όλες τις πλευρές:


-Και οι εποπτικές αρχές δεν έπαιξαν τον ρόλο που έπρεπε, επιδεικνύοντας ασυγχώρητη αδράνεια.


-Και οι «μεγάλοι» της Ευρώπης άφησαν να υπάρξει ένα ευρώ με σαθρό ή ανύπαρκτο υπόβαθρο (άρα «και αυτοί δεν έκαναν το μάθημά τους» ή πιο σωστά αντέγραψαν στις εξετάσεις και τώρα παριστάνουν τους «καλούς μαθητές»…)


-Και οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ των χωρών του νότου επέδειξαν αχαρακτήριστη ανευθυνότητα έναντι του κοινού νομίσματος (κάποιος θα συμπλήρωνε και ιδιοτέλεια…) Εκεί όμως που υπάρχει συνευθύνη, πρέπει να υπάρξει και συμβιβασμός για εύρεση κοινής λύσης. Και η κοινή λύση, κάθε κοινή λύση, περνάει αναγκαστικά από τη «τύπωση χρήματος» από την ΕΚΤ, η οποία εν όλω ή έστω εν μέρει πρέπει να ανακεφαλαιοποίησει το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. Άλλωστε και η ίδια έχει ευθύνες για την παρούσα κατάσταση. Ευθύνες έχουν και οι «κλειδοκράτορες» που δεν έχουν τόσο άψογο φάκελο όσο ισχυρίζονται…».

 Διαβάστε επίσης Το άλογο του τραπεζίτη

Πηγή


Αναστάσιος Λαυρέντζος
Twitter: @LavrentzosA